βλίτον

βλίτον
Grammatical information: n.
Meaning: `blite, Amaranthus Blitum' (Hp.).
Derivatives: A few denigrating designations of persons: βλιτάς f. `old woman', βλιτο-μάμμας meaning uncertain (Ar. Nub. 1001; or to μέλι?), βλίτωνας τοὺς εὑήθεις H. - Loanword Lat. blitum `blite', also bliteus `tasteless, foolish' (Plaut.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. - Not as *μλ-ιτον to μύλη, ἀμαλδύνω .
Page in Frisk: 1,245

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βλίτον — blite neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλίτα — βλίτον blite neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλίτοις — βλίτον blite neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλίτου — βλίτον blite neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλίτων — βλίτον blite neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλίτῳ — βλίτον blite neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλίτο — Μονοετής πόα της οικογένειας των αμαραντιδών, γνωστό με την επιστημονική ονομασία αμάραντο το β.Το ύψος του φτάνει τα 30 έως 70 εκ. Έχει βλαστό διακλαδισμένο, φύλλα μακρόμισχα, ωοειδή ή ρομβοειδή, ακέραια, πράσινα, συχνά με ωχρές κηλίδες. Τα άνθη …   Dictionary of Greek

  • mel-1 (also smel-), melǝ- : mlē-, mel-d- : ml-ed-, mel-dh-, ml-ēi- : mlī̆-, melǝ-k- : mlā-k-, mlēu- : mlū̆ - —     mel 1 (also smel ), melǝ : mlē , mel d : ml ed , mel dh , ml ēi : mlī̆ , melǝ k : mlā k , mlēu : mlū̆     English meaning: to grind, hit; fine, ground     Deutsche Übersetzung: “zermalmen, schlagen, mahlen”, speziell Korn; from “zerrieben”… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • лебеда — растение Аtriрlех , лобода – то же, укр. диал. лебеда, др. русск. лебеда, лобода, словен. lebeda, чеш. lеbеdа, польск. lebioda, наряду с укр., блр. лобода, болг. лобода, сербохорв. лобо̀да, словен. loboda, слвц. lоbоdа, польск. ɫоbоdа, в. луж., н …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • βλιτάς — ( άδος), η (Α) [βλίτον] ευτελής γυναίκα …   Dictionary of Greek

  • βλιτομάμμας — ( ου), ο (Α) χαζός, μαμμόθρεφτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βλίτον + μάμμη] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.